Αρχική

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εξωσωματική γονιμοποιήση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εξωσωματική γονιμοποιήση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 30 Αυγούστου 2011

Θεραπείες υπογονιμότητας


Πρόκληση Ωοθυλακιορηξίας
Ενδείκνυται σε γυναίκες με διαταραχές ωοθυλακιορρηξίας, δηλαδή γυναίκες που έχουν άτακτη ή καθόλου περίοδο. Στόχος είναι η διόρθωση της ωοθυλακιορρηκτικής διαταραχής χορηγώντας φάρμακα είτε από το στόμα (κλομιφαίνη) είτε με την μορφή ενέσεων (FSH). Με υπερηχογραφικό έλεγχο παρακολουθούμε την ανάπτυξη των ωοθυλακίων και όταν κάποιο από αυτά γίνει μεγαλύτερο από 17 mm μπορούμε να προγραμματίσουμε την επαφή με το σύζυγο. Πιθανότητες επιτυχίας 6 - 10% ανά κύκλο παρακολούθησης. Πιθανότητα πολύδυμης κύησης 10 - 20%.
Πρόκληση Ωοθυλακιορηξίας και ενδομήτριος Σπερματέγχυση (IUI)
Ενδείκνυται σε γυναίκες στις οποίες έχει αποτύχει η προηγούμενη θεραπεία καθώς επίσης σε περιπτώσεις ανεξήγητης υπογονιμότητας, τραχηλικού παράγοντα και ήπια προβλήματα ανδρικού παράγοντα, όπως ήπιες διαταραχές σπερμοδιαγράμματος.
Η φαρμακευτική αγωγή και η παρακολούθηση είναι η ίδια όπως και στην προηγούμενη θεραπεία, μόνο που αντί επαφής, ο σύζυγος δίνει σπέρμα στο εργαστήριο, το οποίο αφού επεξεργαστεί με ειδικές τεχνικές τοποθετείται διατραχηλικά μέσα στη μήτρα. Πιθανότητες επιτυχίας 8 - 18%. Πιθανότητες πολύδυμης κύησης 10 - 25%.
PREDICT

Η διαδικασία της εξωσωματικής


Κατά τη διάρκεια της εξωσωματικής χορηγούνται φάρμακα που έχουν σκοπό τη λήψη περισσότερων ωαρίων από το ένα που παράγει η γυναίκα στο φυσικό της κύκλο. Η παρακολούθηση γίνεται με υπερηχογραφικό έλεγχο και αιμοληψία, συνήθως ανά 2-3 μέρες και δόσεις των φαρμάκων εξατομικεύονται.  
Με το υπερηχογράφημα, που γίνεται διακολπικά, παρακολουθούμε την αύξηση του μεγέθους των ωοθυλάκιων, μέσα στα οποία βρίσκονται τα ωάρια. Σκοπός είναι να επιτύχουμε την ανάπτυξη πολλών ωοθυλάκιων μεγέθους πάνω από 18 mm, οπότε θεωρούμε ότι τα ωάρια μέσα σε αυτά έχουν ωριμάσει και είναι έτοιμα για ωοληψία. 
Παράλληλα μετρούμε την αύξηση του πάχους του ενδομήτριου. Το ενδομήτριο καλύπτει την ενδομητρική κοιλότητα, στην οποία αργότερα θα μεταφερθούν τα έμβρυα. Με την αιμοληψία ελέγχουμε την οιστραδιόλη που παράγεται από τα ωοθυλάκια και είναι επίσης δείκτης της ωρίμανσης των ωαρίων. Όταν έχουμε ικανοποιητικό αριθμό ωοθυλάκιων μεγαλύτερων των 18 mm, ικανοποιητικό πάχος ενδομήτριου και επίσης καλή τιμή οιστραδιόλης επιτυγχάνουμε την τελική ωρίμανση των ωαρίων με τη χορήγηση β - χοριακής γοναδοτροπίνης και τριάντα τέσσερις με τριάντα οκτώ ώρες μετά γίνεται η ωοληψία.
Η Ωοληψία διαρκεί 15 λεπτά και γίνεται υπό ελαφρά μέθη. Ο γυναικολόγος αναρροφά διακολπικά με μια βελόνα το ωοθυλακικό υγρό από τις ωοθήκες κάτω από υπερηχογραφικό έλεγχο. Το ωοθυλακικό υγρό δίνεται στον εμβρυολόγο για την ανεύρεση των ωαρίων με τη βοήθεια του μικροσκοπίου.
Τα ωάρια μετά την ωοληψία τοποθετούνται μέσα σε καλλιεργητικό υλικό
Στη συνέχεια πραγματοποιείται η γονιμοποίηση με το σπέρμα του συζύγου που έχει ήδη επεξεργαστεί με ειδικές τεχνικές. Το επόμενο πρωί ελέγχεται η γονιμοποίηση των ωαρίων και στις ημέρες που ακολουθούν παρακολουθείται η εξέλιξη τους. Είναι μια απλή διαδικασία που δεν απαιτεί αναλγησία. Γίνεται 2 - 3 ημέρες μετά την ωοληψία. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να γίνει σε στάδιο βλαστοκύστης, δηλαδή 6 - 7 ημέρες μετά τη συλλογή των ωαρίων. Τα έμβρυα τοποθετούνται στην ενδομητριακή κοιλότητα με τη βοήθεια ενός λεπτού πλαστικού καθετήρα που περνά μέσα από τον τράχηλο. Ο αριθμός των εμβρύων που θα μεταφερθούν συναποφασίζεται με το ζευγάρι. Εάν υπάρχει μεγάλος αριθμός εμβρύων, μπορούν κάποια από αυτά να καταψυχθούν ώστε να χρησιμοποιηθούν σε μελλοντική προσπάθεια.
Το τεστ κύησης
γίνεται 12 μέρες μετά την εμβρυομεταφορά. Περιλαμβάνει λήψη αίματος γιο τον προσδιορισμό της χοριακής γοναδοτροπίνης <HCG>. Εάν το τεστ είναι θετικό, δυο εβδομάδες αργότερα γίνεται ο πρώτος υπερηχογραφικός έλεγχος κατά τον οποίο φαίνεται ο ενδομητρικός σάκος του/των εμβρύου/ων μέσα στη μήτρα. Αν το τεστ είναι αρνητικό, η φαρμακευτική αγωγή διακόπτεται και γίνεται προσπάθεια για ανάλυση των πιθανών αιτιών της αποτυχίας και λήψη περαιτέρω αποφάσεων…

PREDICT

Eξωσωματική γονιμοποίηση


Η εξωσωματική γονιμοποίηση (IVF, in vitro Fertilization) είναι η πιο συνηθισμένη μέθοδος Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής. Εφαρμόσθηκε για πρώτη φορά με επιτυχία στον άνθρωπο το 1978 με τη γέννηση της Louise Brown το 1978, που ήταν το πρώτο παιδί Εξωσωματικής Γονιμοποίησης στο Bourn Hall της Αγγλίας. Η εξωσωματική γονιμοποίηση, είναι η γονιμοποίηση έξω από το σώμα, αντί δηλαδή η γονιμοποίηση του ωαρίου από το σπερματοζωάριο να γίνει στο φυσικό περιβάλλον, που είναι η σάλπιγγα της γυναίκας, γίνεται στο εργαστήριο. Είναι ουσιαστικά η παράκαμψη μιας συγκεκριμένης λειτουργίας του οργανισμού όταν, για διαφόρους λόγους, δεν μπορεί να γίνει στο σώμα. Τα ωάρια όμως είναι της γυναίκας, τα σπερματοζωάρια του άνδρα και τα έμβρυα που προκύπτουν είναι δικά τους.
Τα ωάρια λαμβάνονται από τα ωοθυλάκια, που αναπτύσσονται στις ωοθήκες της γυναίκας, με τη διαδικασία της ωοληψίας. Στο εργαστήριο, έρχονται σε επαφή με τα σπερματοζωάρια, μέσα σε ειδικά τρυβλία με καλλιεργητικό υλικό, προκειμένου να γίνει η γονιμοποίηση. Στη συνέχεια, τα τρυβλία με τα γονιμοποιημένα ωάρια, τους ζυγώτες, τοποθετούνται σε επωαστικό κλίβανο για 2-6 ημέρες, υπό ειδικές συνθήκες, ώστε τα έμβρυα να διανύσουν τα πρώτα στάδια της ανάπτυξής τους.
Αντί τα έμβρυα να καταλήξουν στη μήτρα με φυσικό τρόπο, μέσω της σάλπιγγας, μεταφέρονται σ’ αυτήν από τον εξειδικευμένο γυναικολόγο, με τη βοήθεια ενός λεπτού καθετήρα μέσα στον οποίο τα έχει τοποθετήσει ο εμβρυολόγος. Τα έμβρυα εμφυτεύονται από μόνα τους στον βλεννογόνο της μήτρας, το ενδομήτριο, όπως και στη φυσιολογική σύλληψη. Εάν υπάρξει εμφύτευση θα υπάρξει κατά κανόνα και εγκυμοσύνη. Το ποσοστό επιτυχίας ανά κύκλο προσπάθειας εξαρτάται από πολλούς παράγοντες όπως π.χ. η ηλικία της γυναίκας και το αίτιο της υπογονιμότητας. Συνήθως το αθροιστικό ποσοστό επιτυχίας μπορεί να φθάσει 60 - 65% μετά από 3 - 4 προσπάθειες.
Υπάρχει πληθώρα απόλυτων και σχετικών ενδείξεων που αφορούν τον έναν ή και τους δύο συντρόφους.

Οι απόλυτες ενδείξεις είναι:
  • Η έλλειψη από εκτομή ή η απόφραξη των σαλπίγγων κεντρικά ή περιφερικά (υδροσάλπιγγες).
  • Η έλλειψη σπερματοζωαρίων (αζωοσπερμία) που απαιτεί χειρουργική λήψη.
  • Ο πολύ μικρός αριθμός κινουμένων φυσιολογικών σπερματοζωαρίων (σοβαρή ολιγο-ασθενο-τερατοσπερμία).
Οι σχετικές ενδείξεις αφορούν σε:
  • Μεγάλη διάρκεια υπογονιμότητας.
  • Μεγάλη ηλικία της γυναίκας.
  • Σοβαρά προβλήματα σπέρματος (σοβαρή ολιγο-ασθενο-τερατοσπερμία).
  • Ανεξήγητη Υπογονιμότητα.
  • Αποτυχία άλλων ηπιότερων μεθόδων (π.χ. πρόκληση ωοθυλακιορρηξίας για προγραμματισμένη επαφή ή σπερματέγχυση).
  • Βαριά ενδομητρίωση.
  • Προεμφυτευτική διάγνωση για β- μεσογειακή αναιμία, φυλοσύνδετα νοσήματα, ειδικά κληρονομικά νοσήματα.
  • Πριν από χημειοθεραπεία, για καρκίνο.
  • Δωρεά ωαρίων, σπέρματος και εμβρύων.
  • Παρένθετη μητρότητα.
Όταν η εξωσωματική γονιμοποίηση εφαρμόζεται για πρώτη φορά, ιδίως σε περιπτώσεις «ανεξήγητης» υπογονιμότητας, χρησιμεύει και ως διαγνωστικό εργαλείο: δηλαδή, η συμπεριφορά των γαμετών στην καλλιέργεια, η γονιμοποίηση, η εξέλιξη των εμβρύων και άλλες παράμετροι καταγράφονται με λεπτομέρεια. Εκ των υστέρων, η ερμηνεία της υπογονιμότητας μπορεί να προκύψει από την καταγραφή αυτή.
Η κλασική εξωσωματική γονιμοποίηση δεν αποτελεί παραβίαση της φυσιολογικής σύλληψης. Η γονιμοποίηση επέρχεται στο εργαστήριο μέσα στο τρυβλίο χωρίς παρέμβαση, όπως θα συνέβαινε φυσιολογικά στη σάλπιγγα, ενώ η εμφύτευση του εμβρύου δηλαδή η σύλληψη γίνεται από μόνη της.
Οι παραλλαγές της κλασικής μεθόδου, όπως η μικρογονιμοποίηση, είναι όντως επεμβατικές μέθοδοι, αλλά εφαρμόζονται για να παρακαμφθούν συγκεκριμένα παθολογικά προβλήματα, ιδιαίτερα του σπέρματος.
Σε όλες τις περιπτώσεις, εάν επιτευχθεί εγκυμοσύνη, η πορεία της είναι ίδια με αυτήν από φυσική σύλληψη.
Τα παιδιά που προέρχονται από εξωσωματική γονιμοποίηση είναι το ίδιο υγιή και φυσιολογικά, όσο και τα παιδιά από φυσική σύλληψη. Όπως δείχνουν μεγάλες επιδημιολογικές μελέτες, δεν παρουσιάζουν αύξηση του ποσοστού των συγγενών και χρωμοσωματικών ανωμαλιών. Μέχρι σήμερα περισσότερα από 2.000.000 παιδιά από εξωσωματική γονιμοποίηση παγκοσμίως, ορισμένα μάλιστα από αυτά έχουν ήδη τεκνοποιήσει φυσιολογικά. Σε εκατοντάδες παιδιά που έχουν μελετηθεί προσεκτικά, δεν έχει παρατηρηθεί καμιά αλλοίωση ή βλάβη που να οφείλεται στην εξωσωματική. Το ποσοστό των αποβολών και των παλίνδρομων κυήσεων είναι παρόμοιο με το αντίστοιχο ποσοστό από φυσική σύλληψη. Οι λιγοστές παρενέργειες της εξωσωματικής γονιμοποίησης κατά κανόνα αφορούν τη μητέρα και όχι το έμβρυο.
Γενικώς η εξωσωματική γονιμοποίηση είναι ακίνδυνη και αποτελεσματική μέθοδος για να αποκτήσουν τα υπογόνιμα ζευγάρια το δικό τους παιδί. Ο κίνδυνος από τη φαρμακευτική διέγερση της ωοθηκικής λειτουργίας, που ονομάζεται σύνδρομο υπερδιέγερσης των ωοθηκών, εκτιμάται για τη σοβαρή μορφή του, σε ποσοστό περίπου 1% στο σύνολο των γυναικών που εντάσσονται σε προγράμματα εξωσωματικής γονιμοποίησης. Πρόκειται για μια παρενέργεια, η οποία όμως μπορεί πλέον να προληφθεί στην πλειονότητα των περιπτώσεων και να αντιμετωπισθεί πλέον αποτελεσματικά. Ο κίνδυνος από την αναλγησία-μέθη που συνήθως χορηγείται για την ωοληψία είναι ο ίδιος με τον κίνδυνο οποιασδήποτε άλλης ολιγόλεπτης χειρουργικής επέμβασης.
Ο μαστός πρέπει να ελέγχεται προσεκτικά. Επισημαίνεται ότι, για προληπτικούς λόγους, σε όλες τις γυναίκες γίνεται Pap-test και έλεγχος μαστού. Μαστογραφία συνιστάται σε γυναίκες ηλικίας άνω των 35 ετών. Στις περιπτώσεις που υπάρχει ιστορικό από τον μαστό ατομικό ή οικογενειακό, ανεξάρτητα από την ηλικία της γυναίκας, πριν την έναρξη των φαρμάκων πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η γνώμη ειδικού μαστολόγου.
PREDICT