Αρχική

Τετάρτη, 4 Απριλίου 2012

Παθήσεις θυρεοειδούς αδένα



Ο θυροειδής αδένας είναι ένας από τους πιο σημαντικούς αδένες του ενδοκρινικού μας συστήματος.
Ο θυροειδής αδένας βρίσκεται στο λαιμό μας ακριβώς μπροστά από τους χόνδρους του λάρυγγα και αποτελείται από δύο λoβούς τον αριστερό και το δεξιό που ενώνονται μεταξύ τους με τον ισθμό. Ξεκινώντας από το όνομά του θα πρέπει να πούμε ότι λέγεται “θυρεοειδής” λόγω της ομοιότητάς του με θυρεό, με έμβλημα! Κατέχει θέση αμέσως κάτω από το λάρυγγα (το μήλο του Αδάμ), “αγκαλιάζοντας” από μπροστά και πλάγια την τραχεία και ζυγίζει σε φυσιολογικές συνθήκες περίπου 15-25 γραμμάρια.
O θυροειδής αδένας παράγει τρεις βασικές και πολύ σπουδαίες ορμόνες τη θυροξίνη (γνωστή και ως Τ4), την τριιωδοθυρονίνη (γνωστή και ως Τ3) και την καλσιτονίνη. Από αυτές  η καλσιτονίνη παίζει σπουδαίο ρόλο στη ρύθμιση του μεταβολισμού του ασβεστίου στον οργανισμό μας και για αυτό τα τελευταία χρόνια χρησιμοποιείται και για την αντιμετώπιση της οστεοπόρωσης ιδιαίτερα στις γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση.
Οι διαταραχές στην παραγωγή και στην έκκριση των δύο άλλων ορμονών του θυροειδούς δηλ. της Τ3 και Τ4 δημιουργούν πολύ συχνά προβλήματα με αποτέλεσμα ένας σημαντικός αριθμός ατόμων να πάσχει από "θυροειδή". Η έκκριση της Τ3 και Τ4 ρυθμίζεται από μια άλλη ορμόνη την θυροειδοτρόπο ή TSH που παράγεται στην υπόφυση, έναν άλλο πολύ σπουδαίο ενδοκρινή αδένα που βρίσκεται στη βάση του εγκεφάλου μας.
Για τη σύνθεση των θυροειδικών ορμονών απαραίτητο στοιχείο είναι το Ιώδιο. Η έλλειψή του οποίου οδηγεί μοιραία σε μειωμένη παραγωγή ορμονών. Πηγές πλούσιες σε Ιώδιο είναι οι θαλασσινές τροφές. Ένδεια Ιωδίου παρουσιάζεται κυρίως σε ορεινές περιοχές, όπου συνήθως λείπουν τα θαλασσινά καθώς και σε άτομα που συστηματικά αποφεύγουν τη λήψη αυτών. Σήμερα με την ιωδίωση του μαγειρικού αλατιού ένδεια Ιωδίου σπάνια παρατηρείται.
Οι θυροειδικές ορμόνες χρησιμεύουν στον οργανισμό μας κυρίως για τη ρύθμιση του μεταβολισμού. Στη βρεφική και παιδική ηλικία είναι σπουδαίος ο ρόλος των θυροειδικών ορμονών για τη σωματική και πνευματική ανάπτυξή τους. Έτσι έλλειψη των θυροειδικών ορμονών στην ηλικία αυτή δημιουργεί παιδιά με σημαντική σωματική και πνευματική καθυστέρηση.
Σήμερα σε κάθε παιδί που γεννιέται γίνεται προληπτική εξέταση των θυρεοειδικών ορμονών του στο αίμα γατί είναι δυνατόν η έλλειψη να είναι και συγγενής. 
Οι παθήσεις του θυρεοειδούς
Οι πιο συχνά εμφανιζόμενες παθήσεις του θυρεοειδούς είναι ο υπερθυρεοειδισμός και ο υποθυρεοειδισμός. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε υπερλειτουργία του θυρεοειδούς με υπερέκκριση θυρεοειδικών ορμονών και στη δεύτερη υπολειτουργία με μειωμένη έκκριση ορμονών. Εδώ θα πρέπει να διευκρινίσουμε τι σημαίνει και ο όρος βρογχοκήλη που τόσο συχνά ακούγεται στις παθήσεις του θυρεοειδούς.
Με τον όρο βρογχοκήλη εννοούμε κάθε διόγκωση του θυρεοειδούς που μπορεί ή όχι να συνοδεύεται από υπέρ ή υπο-λειτουργία του αδένα. Με λίγα λόγια ο όρος βρογχοκήλη έχει να κάνει με την ανατομική κατάσταση του θυρεοειδούς και όχι με την λειτουργική του κατάσταση.
Τι είναι ο υπερθυρεοειδισμός
Υπερθυρεοειδισμό ονομάζουμε την παθολογική κατάσταση που οφείλεται σε υπερβολική παραγωγή θυρεοειδικών ορμονών. 
Δύο είναι οι κυριότερες μορφές υπερθυρεοειδισμού:
1.         Η τοξική διάχυτος βρογχοκήλη ή όπως είναι και πιο ιατρικά γνωστή νόσος του Graves ή νόσος του Basedow όπου όλος ο θυρεοειδής αδένας υπερλειτουργεί και
2.         Η τοξική οζώδης βρογχοκήλη όπου στο θυρεοειδή αναπτύσσεται ένας ή περισσότεροι όζοι που υπερπαράγουν θυρεοειδικές ορμόνες.
Ανάλογα με τον αριθμό των όζων η μορφή αυτή του υπερθυρεοειδισμού διακρίνεται σε πολυοζώδη όπου πάνω στο θυρεοειδή αναπτύσσονται πολλοί όζοι και στο μονήρες τοξικό αδένωμα όπου πάνω στο θυρεοειδή εμφανίζεται ένας μόνο όζος.
Ο υπερθυρεοειδισμός προσβάλλει συχνότερα γυναίκες και οι κλινικές του εκδηλώσεις ποικίλουν ανάλογα με τη βαρύτητα και τη διάρκεια της νόσου. Όχι σπάνια ο υπερθυρεοειδισμός μπορεί για μεγάλο χρονικό διάστημα να διατρέχει λανθανόντων χωρίς να προκαλεί κανένα σύμπτωμα ή να προκαλεί ελαφρά συμπτώματα τα οποία τις περισσότερες φορές δεν γίνονται εύκολα αντιληπτά όχι μόνο από τον ασθενή αλλά και από το γιατρό.
Στις πιο σοβαρές μορφές το άτομο παραπονιέται για νευρικότητα, ευσυγκινησία, μυϊκή αδυναμία και εύκολη κόπωση, αϋπνίες, ταχυκαρδία και εύκολο λαχάνιασμα ή καρδιακές αρρυθμίες που ο ασθενής τις περιγράφει σαν προκάρδιους κτύπους και σταμάτημα της ανάσας.
Παράλληλα ο ασθενής έχει εξάψεις και δεν ανέχεται τη ζέστη, η όρεξή του είναι αυξημένη και ενώ τρώει συνήθως πολύ χάνει βάρος και αδυνατίζει, δεν είναι δε σπάνιες και οι διάρροιες. Υπάρχει τρόμος των χεριών και ιδιαίτερα των δακτύλων που γίνεται πιο εμφανής όταν τα δάκτυλα βρίσκονται σε υπερέκταση (τεντωμένα) ενώ οι παλάμες τους συνήθως είναι ζεστές και μόνιμα ιδρωμένες.
Σε ορισμένες περιπτώσεις υπάρχουν πόνοι στα κόκαλα λόγω της προκαλούμενης οστεοπόρωσης και προπέτεια των οφθαλμών (ο γνωστός εξόφθαλμος) που παρουσιάζεται συχνότερα σε νεαρά άτομα. 
Η διάγνωση του υπερθυρεοειδισμού είναι τις περισσότερες φορές σχετικά εύκολη και γίνεται με ειδικές εξετάσεις αίματος όπου προορίζονται οι θυρεοειδικές ορμόνες οι οποίες και μας δίνουν πληροφορίες για τη λειτουργική κατάσταση του θυρεοειδούς αδένα. Παράλληλα έχουμε στη διάθεσή μας το υπερηχογράφημα και το σπινθηρογράφημα του θυρεοειδούς δύο εξετάσεις που μας παρέχουν πολλές πληροφορίες για την ανατομική κατάσταση του αδένα.
Η θεραπευτική αντιμετώπιση του υπερθυρεοειδισμού γίνεται είτε με τη χορήγηση ειδικών αντιθυρεοειδικών φαρμάκων είτε με τη χορήγηση ραδιενεργού Ιωδίου που έχει την ικανότητα να καίει τον υπερλειτουργούντα θυρεοειδή είτε τέλος με χειρουργική αφαίρεση τμήματος ή και ολόκληρου του θυρεοειδούς.
Στις περιπτώσεις που αναγκαζόμαστε να καταστρέψουμε το θυρεοειδή με ραδιενεργό Ιώδιο είτε να τον αφαιρέσουμε όλο τότε πρέπει οπωσδήποτε ο ασθενής να λαμβάνει εφ όρου ζωής θεραπεία υποκατάστασης που γίνεται με τη χορήγηση των θυρεοειδικών ορμονών υπό μορφή χαπιών από το στόμα.
Τι είναι ο υποθυρεοειδισμός
Υποθυρεοειδισμός είναι η παθολογική κατάσταση κατά την οποία έχουμε μειωμένη έκκριση θυρεοειδικών ορμονών. Ο υποθυρεοειδισμός μπορεί να είναι πρωτοπαθής δηλ. να οφείλεται είτε σε βλάβη του ίδιου του θυρεοειδούς είτε δευτεροπαθής να οφείλεται δηλ. σε βλάβη της υπόφυσης η οποία όπως έχουμε πει παράγει τη θυρεοειδοτρόπο ορμόνη (TSH) η οποία μαστιγώνει φυσιολογικά το θυρεοειδή για την παραγωγή των θυρεοειδικών ορμονών.
Αίτια πρωτοπαθούς υποθυρεοειδισμού μπορεί να είναι η αγενεσία του θυρεοειδούς που προκαλεί βαρύ υποθυρεοειδισμό από τη γέννηση του παιδιού, οι διαταραχές στη σύνθεση των ορμονών που συνήθως είναι εκ γενετής, η ελλιπής πρόσληψη Ιωδίου με τις τροφές μας, η καταστροφή του θυρεοειδούς με ραδιενεργό Ιώδιο ή η αφαίρεσή του για ιατρικούς λόγους, διάφορες φλεγμονές που προσβάλλουν το θυρεοειδή καθώς επίσης και η λήψη μερικών φαρμάκων που παραβλάπτουν το θυρεοειδή.
Τα συμπτώματα και οι κλινικές εκδηλώσεις του υποθυρεοειδισμού είναι συνάρτηση της βαρύτητας του αλλά και της ηλικίας του ασθενούς. Έτσι στους ενήλικες η νόσος επικρατεί συνήθως στις γυναίκες (6 φορές πιο συχνή στις γυναίκες απ' ότι στους άνδρες). Εκδηλώνεται με σωματική και πνευματική νωθρότητα, με μεγάλη ευαισθησία στο κρύο, με δυσκοιλιότητα, με αύξηση του βάρους και με δέρμα ξερό και άγριο. Η εμφάνιση του ασθενούς ιδιαίτερα σε προχωρημένα στάδια, παίρνει μια χαρακτηριστική όψη όπου το πρόσωπο είναι ωχρό με αύξηση του λίπους πρήξιμο των βλεφάρων, με ξερά μαλλιά και αραιά φρύδια, με γλώσσα παχειά και μεγάλη, με βραχνή και αργή φωνή.
Σε πιο προχωρημένες μορφές μπορεί να συγκεντρωθεί υγρό μέσα στην κοιλιά (ασκίτης) ή γύρω από την καρδιά (περικαρδίτις) και τέλος ο ασθενής μπορεί να παρουσιάσει προοδευτική υποθερμία και κώμα.
Στα παιδιά η νόσος, όχι σπάνια, δεν διαγιγνώσκεται έγκαιρα με αποτέλεσμα το τίμημα της σωματικής και πνευματικής καθυστέρησης του παιδιού να είναι πολύ μεγάλο. Τα βρέφη που γεννιούνται με υποθυρεοειδισμό στην αρχή μπορεί να είναι φυσιολογικά, αργότερα όμως γίνεται αντιληπτό ότι το παιδί είναι υπερβολικά ήσυχο, κοιμάται πολύ, είναι δυσκοίλιο, έχει μεγάλη γλώσσα που βγαίνει έξω από το στόμα, έχει δέρμα παχύ και κρύο, το κλάμα του είναι βραχνό και τραχύ και οι κινήσεις του γενικά είναι πολύ αργές ενώ όχι σπάνια ο αφαλός του προέχει (ομφαλοκήλη).
Για τη διάγνωση του υποθυρεοειδισμού ο προσδιορισμός των θυρεοειδικών ορμονών και της θυρεοτρόπου ορμόνης σε συνδυασμό με το υπερηχογράφημα και το σπινθηρογράφημα του θυρεοειδούς είναι συνήθως αρκετά.
Η θεραπεία του υποθυρεοειδισμού συνίσταται στη χορήγηση από το στόμα υπό μορφή χαπιού της ορμόνης που λείπει.
Ενδείξεις για χειρουργείο μπορεί να είναι:
1) η παρουσία πολύ μεγάλης βρογχοκήλης ή πολυοζώδους με μικρή πρόσληψη ραδιοφαρμάκου
2) η υποψία κακοήθους όζου
3) η θεραπεία εγκύων γυναικών και παιδιών
4) η θεραπεία γυναικών που επιθυμούν εγκυμοσύνη μέσα σε ένα έτος μετά τη θεραπεία
5) η θεραπεία ατόμων νοητικά ή ψυχολογικά προβληματικών ή ατόμων που για οποιοδήποτε λόγο δεν μπορούν να παρακολουθούνται συστηματικά για μακρό χρόνο 6) τοξικότητα από αμιοδαρόνη
Σαφώς η αντιμετώπιση πρέπει να εξατομικεύεται, λαμβάνοντας υπόψη διαφόρους παράγοντες όπως τη γενική κατάσταση του ασθενούς, την ηλικία, το μέγεθος της βρογχοκήλης και τη δυνατότητα σωστής παρακολούθησης του ασθενούς.
Θυρεοειδίτιδες
Ο όρος θυρεοειδίτιδα αναφέρεται στην διήθηση του αδένος από φλεγμονώδη κύτταρα, προερχόμενα από διάφορες μολυσματικές ή φλεγμονώδεις νόσους.
Η φλεγμονή του θυρεοειδούς μπορεί να είναι εντοπισμένη στον αδένα ή να είναι μέρος πολυσυστηματικής εξεργασίας. Μπορεί να οξεία και αυτοπεριοριζόμενη ή χρόνια και εξελικτική!
1) Αυτοάνοση Θυρεοειδίτιδα
Κάτω από αυτή την επιγραφή στεγάζεται ένα σύνολο από καταστάσεις που χαρακτηρίζονται από την ύπαρξη κυκλοφορούντων αντισωμάτων έναντι του θυρεοειδούς και κυττάρων ικανών να αντιδρούν με ορισμένα θυρεοειδικά στοιχεία! 
Σ’ αυτές τι καταστάσεις ανήκει και η θυρεοειδίτιδα Hashimoto. Πρόκειται για την πιο κοινή μορφή και συνήθως χαρακτηρίζεται από αύξηση του μεγέθους του αδένα, με ή χωρίς πόνο και αίσθημα τάσεως. Είναι πιο συνηθισμένη στις γυναίκες και περιστασιακά προκαλεί δυσφαγία.
Θεραπευτικά δίνονται θυρεοειδικές ορμόνες. Βιοψία δια βελόνης είναι χρήσιμη για την επιβεβαίωση της διαγνώσεως.
Χειρουργική αντιμετώπιση επιφυλάσσεται σε περιπτώσεις υποψίας κακοήθειας, πιεστικών φαινομένων και για κοσμητικούς λόγους.
2) Υποξεία θυρεοειδίτιδα
Είναι μια μη μικροβιακή πάθηση που χαρακτηρίζεται από οίδημα του αδένος, πόνο στην κεφαλή και το στήθος, πυρετό, αδιαθεσία, αδυναμία, αίσθημα παλμών και απώλεια βάρους. Είναι ενδεχόμενο κάποιοι ασθενείς να μην παρουσιάζουν πόνο, οπότε θα πρέπει να γίνει διάκριση από τη νόσο του Graves. Οι ορμόνες είναι φυσιολογικές ή αυξημένες και η πρόσληψη ραδιοφαρμάκου απούσα ή πολύ χαμηλή. Αυξημένη βρίσκεται, σχεδόν πάντα, η ΤΚΕ και η γ-σφαιρίνη.
Η νόσος είναι συνήθως αυτοπεριοριζόμενη, ενώ τα συμπτώματα ανακουφίζονται με ασπιρίνη και κορτικοστεροειδή.
3) Θυρεοειδίτις Riedel
Είναι σπάνια κατάσταση και παρουσιάζεται σαν σκληρή μάζα στην περιοχή του αδένος με εκσεσημασμένη ίνωση και χρόνια φλεγμονή γύρω και μέσα στον αδένα. Αναπτύσσονται έτσι πιεστικά φαινόμενα στην τραχεία. Συνήθως υπάρχει υποθυρεοειδισμός.
Η χειρουργική αντιμετώπιση απαιτείται για την αντιμετώπιση αποφρακτικών φαινομένων της τραχείας και του οισοφάγου.
4) Οξεία πυώδης θυρεοειδίτις
Δεν είναι συχνή και παρουσιάζεται ξαφνικά με πόνο στον τράχηλο, δυσκολία ( και πόνο) στην κατάποση, πυρετό και ρίγος. Υπεύθυνοι είναι διάφοροι μικροοργανισμοί (στρεπτόκοκκοι, σταφυλόκοκκοι, πνευμονιόκοκκοι κ.ά.). 
Απαιτείται χειρουργικός καθαρισμός και παροχέτευση της περιοχής.
Θυρεοειδικοί όζοι
Το βασικό πρόβλημα του κλινικού ιατρού απέναντι σε έναν ασθενή με οζώδη θυρεοειδή αδένα, είναι αν η βλάβη προκαλεί συμπτώματα και αν πρόκειται για κακοήθεια ή όχι! 
Η διαφορική διάγνωση περιλαμβάνει καλοήθη βρογχοκήλη, κύστεις, θυρεοειδίτιδες και καλοήθεις και κακοήθεις θυρεοειδικούς όγκους.
Το ιστορικό θα πρέπει να είναι λεπτομερές και να ξεκαθαρίζει τη διάρκεια της διόγκωσης, αν αναπτύχθηκε πρόσφατα, πιθανά τοπικά συμπτώματα (όπως δυσκολία στην κατάποση, πόνο ή αλλαγές στη φωνή), αλλά και συστηματικά συμπτώματα (π.χ. αυτά του υπερθυρεοειδισμού). Το φύλο, η ηλικία, ο τόπος γέννησης, το οικογενειακό ιστορικό αλλά και το ιστορικό ακτινοβολίας της περιοχής του τραχήλου (λαιμού) είναι μέγιστης σημασίας.
Η ακτινοβολία, στην περιοχή κατά την παιδική ηλικία σχετίζεται με αυξημένη επίπτωση καρκίνου στην μετέπειτα ζωή. Ένας θυρεοειδικός όζος είναι πιθανότερο να είναι καρκίνος σε ένα άνδρα απ’ ότι σε μια γυναίκα και σε έναν νέο ασθενή απ’ ότι σε ένα ηλικιωμένο!
Κατά την ψηλάφηση ένας μονήρης σκληρός όζος είναι πιο πιθανό να είναι καρκίνος, ενώ οι περισσότερες πολυοζώδεις βρογχοκήλες είναι καλοήθεις.
Σε πολλούς ασθενείς η πιθανότητα καρκίνου είναι πολύ δύσκολο να αποκλεισθεί χωρίς την εξέταση του αδένα. Η βιοψία με βελόνη είναι σημαντική βοήθεια έμπειρου κυτταρολόγου. Βέβαια περίπου 20% των αποτελεσμάτων αναφέρονται ως αδιευκρίνιστα και περίπου 5% αυτών που δίδονται ως καλοήθη αποδεικνύονται καρκίνοι. Χρήσιμο στη διαγνωστική μπορεί να είναι το Υπερηχογράφημα, καθώς επίσης και το σπηνθηρογράφημα. Μας βοηθούν στο να καταλήξουμε αν ένας αδένας έχει μονήρη ή πολλαπλούς όζους, αν είναι θερμοί (υπερπαράγουν ορμόνες), χλιαροί (φυσιολογικής λειτουργίας) ή ψυχροί (υποπαράγουν) και αν τα μορφώματα είναι κυστικά ή όχι!
Η ακτινογραφία, η Αξονική Τομογραφία αλλά και η Μαγνητική Τομογραφία μπορεί να έχουν επίσης θέση αναλόγως της περιπτώσεως.
Μονήρεις σκληροί όζοι που εμφανίζονται ψυχροί στο scanning και συμπαγείς στο υπερηχογράφημα ή είναι ύποπτοι στην βιοψία με βελόνη, πρέπει να αφαιρούνται.
Μη επεμβατική θεραπεία ενδείκνυται σε πολυοζώδεις βρογχοκήλες και θυρεοειδίτιδα Hashimoto εκτός εάν υπάρχει κλινικά ύποπτη περιοχή, ή ο ασθενής είχε εκτεθεί σε ακτινοβολία ή αν υπήρχε οικογενειακό ιστορικό μυελοειδούς καρκινώματος.
Απλή ή μη τοξική βρογχοκήλη
Απλή βρογχοκήλη μπορεί να είναι φυσιολογική, εμφανιζόμενη στην εφηβεία ή στη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Εμφανίζεται επίσης σε ανθρώπους περιοχών με έλλειμα ιωδίου ή σαν αποτέλεσμα λήψεως βρογχοκηλογόνων τροφών. Η παραμονή της διάχυτης βρογχοκήλης επί μακρόν οδηγεί σε σχηματισμό όζων. Η απλή βρογχοκήλη, θεωρείται κυρίως ότι εμφανίζεται αντισταθμιστικά σε απάντηση ανεπαρκούς παραγωγής θυρεοειδικών ορμονών από τον αδένα.
Συμπτώματα είναι η ύπαρξη μάζας στον τράχηλο, δύσπνοιας ή και δυσφαγίας.
Η διάχυτη βρογχοκήλη συνήθως ανταποκρίνεται στη χορήγηση θυρεοειδικών ορμονών. Βέβαια πολλοί ασθενείς έχουν ήδη εμφανίσει όζους μέχρι την ώρα που θα αναζητήσουν ιατρική βοήθεια. Η θυρεοειδικές ορμόνες (Τ3, Τ4) είναι σε φυσιολογικά επίπεδα. Χειρουργικά επεμβαίνουμε για την ανακούφιση πιέσεων από μια μεγάλη βρογχοκήλη ή μια οπισθοστερνική βρογχοκήλη ή για να αποκλείσουμε τον καρκίνο όταν υπάρχουν ύποπτες περιοχές μέσα στον αδένα.
Πολυοζώδης Βρογχοκήλη
Η αρχική θεραπευτική αντιμετώπιση της μικροοζώδους και της πολυοζώδους βρογχοκήλης σίγουρα είναι φαρμακευτική.
Η καταστολή του αδένα με θυροξίνη σε μεταβαλλόμενες δόσεις, έχει αποδειχθεί ότι είναι ευνοϊκή σε ένα ποσοστό των ασθενών, αλλά όχι τελείως αποτελεσματική. Ενώ η αρχική μείωση του όγκου της βρογχοκήλης είναι ιδιαίτερα σημαντική και ενθαρρυντική, με την πάροδο του χρόνου η προοδευτική διόγκωση είναι συνήθως αναπόφευκτη. Η αύξηση της δόσης της θυροξίνης στην προσπάθεια για μεγαλύτερη καταστολή έχει αποδειχθεί περισσότερο προβληματική παρά αποτελεσματική, κυρίως στους υπερήλικες και σε ασθενείς με καρδιακά προβλήματα. Από τις ενδείξεις για τη χειρουργική αφαίρεση πρωτεύει αυτή όπου υπάρχει διάγνωση ή υποψία κακοήθους εξεργασίας. Επίσης σοβαρή ένδειξη έχει η ευμεγέθης καταδυόμενη βρογχοκήλη, ιδίως αυτή που προκαλεί πιεστικά φαινόμενα (δύσπνοια, δυσκαταποσία, βράγχος φωνής) και αυτή που έχει μεταβληθεί σε τοξική με συμπτωματικό υπερθυρεοειδισμό. Είναι γνωστό πως τα αντιθυρεοειδικά φάρμακα προκαλούν υπερπλασία του θυρεοειδικού παρεγχύματος. Εάν αυτό συμβεί σε μία καταδυόμενη βρογχοκήλη που ήδη βρίσκεται εγκλωβισμένη σε περιορισμένο χώρο στο άνω μεσαύλιο, οι επιπτώσεις θα μπορούσαν να είναι ιδιαίτερα επικίνδυνες στον άρρωστο εξαιτίας των πιεστικών φαινομένων.
Η ευμεγέθης μη καταδυόμενη βρογχοκήλη συνήθως χειρουργείται μετά από χρόνια καταστολή με θυροξίνη και εφόσον δεν εμφανιστεί η αναμενόμενη βελτίωση ή όταν ανακύψουν τραχηλικές ενοχλήσεις ή αισθητικά προβλήματα.
Η χειρουργική στρατηγική που επικράτησε για πολλά χρόνια στην πολυοζώδη βρογχοκήλη ήταν η αμφοτερόπλευρη υφολική θυρεοειδεκτομή, αφήνοντας υπολειμματικό κολόβωμα (παθολογικού ιστού) στο κεντρικό μέρος του κάθε λοβού. Η μακροχρόνια εμπειρία με την επέμβαση αυτή έδειξε μεγάλο ποσοστό υποτροπών, παρά την θεραπεία με θυροξίνη που ακολουθούν οι ασθενείς, αναγκάζοντας ένα μέρος αυτών των ασθενών να υποβληθούν σε επανεγχείρηση μετά από μερικά χρόνια. Τα τελευταία 20 χρόνια εφαρμόζεται η σχεδόν ολική ή η ολική θυρεοειδεκτομή . Με τον τρόπο αυτό και με τη θεραπεία υποκατάστασης με θυροξίνη, αποκλείεται τόσο η υποτροπή της νόσου όσο και οι επιπλοκές της επανεγχείρησης.
Καλοήθεις και κακοήθεις όγκοι του θυρεοειδούς
Καλοήθεις θυρεοειδικοί όγκοι μπορεί να είναι αδενώματα, τερατώματα, κύστεις ή εντοπισμένη θυρεοειδίτιδα.
Τα αδενώματα είναι συνήθως μονήρη με κάψα και πιέζουν τον παρακείμενο αδενικό ιστό.
Λόγοι για χειρουργική εκτομή είναι η υποψία καρκίνου, υπερλειτουργία που προκαλεί υπερθυρεοειδισμό και κοσμητικοί.
Από την άλλη πλευρά οι κακοήθεις όγκοι κατατάσσονται σε ένα σχετικά ευρύ φάσμα, που περιλαμβάνει θηλώδη, θηλακιώδη, μυελοειδή και αδιαφοροποίητα (αναπλαστικά) αδενοκαρκινώματα. Κάθε ένα έχει διαφορετική βιολογική συμπεριφορά εξαρτώμενη από τον ιστολογικό του τύπο.
Η θεραπεία είναι κατ’ εξοχήν η χειρουργική αφαίρεση, συνοδευόμενη από λεμφαδενικό καθαρισμό, λήψη ραδιενεργού ιωδίου, ακτινοβολία ή χημειοθεραπεία ανάλογα με το είδος της κακοήθειας.
Άρα συνοπτικά και συμπερασματικά:
Τα κριτήρια επιλογής για την χειρουργική αντιμετώπιση είναι:
α) Η ηλικία των ασθενών, κυρίως οι μικρές ηλικίες.
β) Το μέτριο ή μεγάλο μέγεθος της βρογχοκήλης.
γ) Η απρόσμενη παρουσία ενός όζου σε μια γνωστή διάχυτη βρογχοκήλη.
δ) Οι συνεχόμενες υποτροπές του υπερθυρεοειδισμού παρά τη σωστή φαρμακευτική αγωγή.
ε) Οι ατίθασοι υπερθυρεοειδισμοί όπου απαιτούνται πολύ υψηλές δόσεις αντιθυρεοειδικών φαρμάκων.
ζ) Οι ασθενείς σε αναπαραγωγική ηλικία.
η) Η συνύπαρξη εξόφθαλμου.
θ) Κοινωνικοί και εργασιακοί λόγοι.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου